“Πρέπει να έχεις υποφέρει από την ασχήμια, για να ατενίζεις την ομορφιά στην πιο άγρια γυμνότητα της. Αλλιώς, πρόκειται για οφθαλμαπάτη. Ούτως ή αλλιώς, ποτέ δεν συμφιλιωνόμαστε τελείως με την πραγματικότητα και η τέχνη… αποτελεί τη γέφυρα του μέσα με το έξω”.

Με αφορμή τα 80 χρόνια που συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και την επίσκεψή μου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Τήνο, θέλησα με το παρακάτω Post να τιμήσω αλλά και να μοιραστώ μαζί σου, όλα όσα άκουσα και διάβασα για τον μεγάλο καλλιτέχνη.

Γιατί, τα ηχηρά μηνύματα που περνά μέσα από τα έργα του και τη ζωή του, είναι τουλάχιστον διδακτικά. Στο σπίτι- μουσείο του που βρίσκεται στο χωριό Πύργος της Τήνου περιηγήθηκα στους χώρους που μεγάλωσε, δημιούργησε και ενίοτε κατέστρεφε έργα του.

Η σύντομη καθηλωτική διήγηση της ξεναγού της προσωπικής αλλά και της καλλιτεχνικής του πορείας, πραγματικά με συγκίνησε και με συγκλόνισε, ταυτόχρονα. Έτσι, γνωρίστηκα με τη τέχνη της γλυπτικής και με τον δημιουργό Γιαννούλη Χαλεπά. Τα λόγια της ξεναγού σφηνώθηκαν στη καρδιά και στο μυαλό μου.Ο Γιαννούλης Χαλεπάς έζησε μια ζωή με πολυτάραχα σκαμπανεβάσματα, γεμάτη από ασύλληπτο ταλέντο, απογοητεύσεις, καλλιτεχνικές διακρίσεις, απαγορεύσεις, ερωτικές απογοητεύσεις. Φαίνεται, ότι ο ίδιος σχοινοβατούσε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Γεννήθηκε στο Πύργο της Τήνου στις 14 Αυγούστου του 1851 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Χαλεπά γνωστού Τήνιου μαρμαρογλύπτη που διατηρούσε οικογενειακή επιχείρηση με τον αδελφό του. Ο πατέρας του, προσδοκούσε ο Γιαννούλης να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση και να αναλάβει την επιχείρηση. Όμως, ο νεαρός τότε Γιαννούλης είχε άλλα όνειρα που έρχονται σε σύγκρουση με τα σχέδια του πατέρα του. Βγαίνει όμως νικητής και τελικά θα φοιτήσει στο Σχολείο Τεχνών Αθηνών. Το 1873 με υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου θα φοιτήσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, με πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.  Η πορεία του στο Μόναχο είναι εντυπωσιακή μέχρι τη στιγμή που ξαφνικά διακόπτεται η υποτροφία του και ο Γιαννούλης επιστρέφει στην Αθήνα. Εκεί θα ανοίξει το δικό του εργαστήρι και θα αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στην τέχνη του. Το εξωτερικό του έχει προσφέρει μεγάλη αναγνωρισιμότητα στην Αθήνα με αποτέλεσμα να του ανοίξει αρκετές πόρτες για παραγγελίες. Είναι τότε που θα του ζητηθεί να φτιάξει το επιτύμβιο μνημείο της Σοφίας Αρχοντάκη. Έτσι, προκύπτει η Κοιμωμένη, το διασημότερο από τα έργα του, που το ξεκίνησε το 1877. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς δίνει μια διαφορετική οπτική στο θάνατο και δεν κατασκευάζει μια κλασική προτομή όπως συνηθιζόταν αλλά ένα έργο διαστάσεων 77*1,78*76 εκατοστών. Είναι εντυπωσιακό το πως έχει αποτυπώσει με τόση αριστουργηματική λεπτομέρεια το σεντόνι που σκεπάζει την κοπέλα. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα αρχικά δεν ικανοποίησε την μητέρα της κοπέλας και αυτό απογοήτευσε το Γιαννούλη Χαλεπά. Όμως και τα λόγια του πατέρα του δεν ήταν ενθαρρυντικά για το συγκεκριμένο έργο.  Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που βιώνει την απογοήτευση, υπάρχει ένα παρόμοιο περιστατικό με τη θεία του στη Τήνο σε μικρή ηλικία, το οποίο τον στιγμάτισε. Αγαπούσε τόσο πολύ τη τέχνη του και αναζητούσε την αποδοχή και την αναγνώριση του ταλέντου του, κάτι όμως που δεν ερχόταν από το οικείο περιβάλλον του. Ένα, επίσης, γνωστό έργο του που το έχει επαναλάβει 12 φορές είναι ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα. Λέγεται ότι αντιπροσωπεύει την σχέση του με τον αυταρχικό πατέρα του. Ο Γιαννούλης, οδηγείται πάλι πίσω στη Τήνο όπου θα ερωτευτεί την συγχωριανή του Μαριγώ, αλλά οι δικοί της δεν τον αποδέχονται. Μια ερωτική απογοήτευση, ακόμη ένα απανωτό χτύπημα που επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία του. Η κατάσταση του επιδεινώνεται και ο πατέρας του τον κλείνει στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας όπου οι γιατροί διέγνωσαν άνοια. Θα παραμείνει εκεί για 14 ολόκληρα χρόνια. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, μητέρα του θα τον φέρει πίσω στο νησί αλλά θα του απαγορεύσει να δημιουργήσει και να ενασχοληθεί με τη γλυπτική καθώς θεωρούσε ότι η τέχνη του ευθυνόταν για τη κατάστασή του. Κατέστρεφε ότι δημιουργούσε ο 50 ετών τότε Γιαννούλης. Γνώρισε τη περιφρόνηση και την περιθωριοποίηση από τους συγχωριανούς του, που τον περιγελούσαν ως τον τρελό του χωριού. Το 1916 πεθαίνει η μάνα του. Δεν ρίχνει ούτε ένα δάκρυ στη κηδεία αλλά αντιθέτως λέει στην οικογένεια του “Αφήστε τώρα τα κλάματα, κι εγώ θα πιάσω ξανά τη τέχνη, να δουλέψω”. Ο Γιαννούλης είναι 65 ετών. Μετά από τόσα χρόνια καλλιτεχνικής αδράνειας, αρχίζει πάλι αυτό που τόσο αγαπάει, τη γλυπτική . Ο Γιαννούλης ξαναγεννιέται. Μπορεί τώρα να εκφραστεί ελεύθερα και ξεκινά η δεύτερη περίοδος του έργου του. Ο Χαλεπάς επανήλθε στο προσκήνιο και γνωρίζει την αποδοχή. Γνωστά δημιουργήματα αυτής της περιόδου είναι Η μεγάλη Αναπαυόμενη. Το 1930 με παρότρυνση της ανιψιάς του Ειρήνης Χαλεπάς θα έρθει στην Αθήνα, η οποία θα τον υποδεχτεί με μεγάλες τιμές. Ξεκινά η τρίτη περίοδος του έργου του. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γνωρίζει την καλλιτεχνική καταξίωση βρισκόμενος εν ζωή. Ουσιαστικά ο Γιαννούλης Χαλεπάς δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος των έργων που μας άφησε, 115 σωζόμενα συνολικά, από τα 65 του μέχρι τα 84 που πέθανε.Τι θα είχε δημιουργήσει αν δεν έχανε 40 παραγωγικά χρόνια; Δυο χρόνια πριν το θάνατό του νεκρώνεται το δεξί του χέρι από ημιπληγία. Αυτό δεν τον σταματά να συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπά. Τέτοιο ήταν το πάθος του και τόση η αγάπη και η δύναμη της ψυχής του για τη τέχνη του. Πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1938.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση