Μου πήρε πολλά χρόνια για να δω τον παράδεισο που κρύβεται στο γειτονικό  χωριό από το δικό μου, τα Θεοδώριανα. Και είναι αλήθεια τελικά αυτό που λένε ότι τα πιο όμορφα πράγματα, τα έχουμε δίπλα μας. Φέτος όμως αποφάσισα να ξανά-ανακαλύψω τον τόπο μου. Και μέσα από μια συγκλονιστική διαδρομή στα απόκρημνα και κοφτερά Τζουμέρκα ανακάλυψα τους καταρράκτες της Σούδας, στα Θεοδώριανα.

ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ

Τα Θεοδώριανα είναι ένα πανέμορφο ορεινό χωριό χτισμένο στα νοτιοδυτικά Τζουμέρκα. Με υψόμετρο που αγγίζει μέχρι και τα 1100μέτρα ακροβατεί ανάμεσα σε δυο νομούς, με το ένα πόδι του βαθιά ριζωμένο στον Νομό Άρτας και το  άλλο να φλερτάρει με εκείνον των Τρικάλων. Ένα χωριό παραδομένο στην προστατευτική αγκαλιά των γυμνών βουνοκορυφών που στέκουν απροσπέλαστοι φρουροί. Ο κύκλος ζωής του, το θέλει το καλοκαίρι να σφύζει από ζωή και το χειμώνα να ερημώνει, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ορεινά χωριά του τόπου μας. Μεταξύ των άλλων το χωριό χρωστάει τη φήμη του στη περήφανη, ιστορική και χιλιοτραγουδισμένη Κωστηλάτα, το αλπικό οροπέδιο που συνιστά βασικό βοσκότοπο, μέχρι και σήμερα.  Η φύση είναι παντού, με το υδάτινο στοιχείο να είναι ο μεγαλύτερος πρωταγωνιστής. Η εμφανέστατη παρουσία του νερού τροφοδοτεί ζωή σε αυτόν τον τόπο. Πηγές, ρυάκια, ποτάμια, βρύσες, χείμαρροι, καταρράκτες. Με τους διάσημους καταρράκτες της Σούδας να κλέβουν τις εντυπώσεις και να αποτελούν το βασικό αξιοθέατο του χωριού.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ

Η προσέγγιση γίνεται από τον νομό Τρικάλων και πιο συγκεκριμένα από το γειτονικό χωριό, Αετός. Οδηγούμε σε τμήμα της Ε.Ο Τρικάλων – Άρτας και μετά τη σήραγγα της Αγ. Κυριακής συναντάμε στα δεξιά μας την διασταύρωση για Θεοδώραινα –Νεράιδα . Σε περίπου 1 χλμ αφήνουμε και επισήμως τα θεσσαλικά εδάφη για να αφεθούμε στην άγρια ομορφιά της Ηπείρου. Και δεν υπάρχει πιο πειστικό καλωσόρισμα από ένα ακατέργαστο και τραχύ σκηνικό που μας φωνάζει  ότι εδώ είναι Τζουμέρκα, τα αρχαία Αθαμανικά Όρη.  Στενός, άτακτος  χωματόδρομος με τσεκουράτα βράχια δεξιά και το βαθύ φαράγγι της Γκούρας με τις δασωμένες πλαγιές  από την άλλη.

Ταινία άλλης εποχής και μπροστά μου αρχίζουν να προβάλλονται καρέ αναμνήσεων από τα τέλη του ΄80, τότε που χρειαζόταν σχεδόν μια μέρα ολάκερη για να ταξιδέψουμε στο χωριό του μπαμπά. Δύσκολος δρόμος, δύσβατος.

Χωματόδρομοι, λακκούβες, γκρεμοί, σε κάθε στροφή και ένα εικονισματάκι και όταν φθάναμε στη Γκρόπα έκρυβα το πρόσωπο μου στη φούστα της μαμάς και το ξανασήκωνα όταν αντίκριζα τον Ασπροπόταμο με την απίστευτη ομορφιά του. Τι εποχές! Και τώρα τις ξαναζώ  σε αυτό εδώ το πρωτόγονο κομμάτι δρόμου, προς τα Θεοδώριανα και χαίρομαι. Χαίρομαι γιατί δεν έχει υποστεί καμία ανθρώπινη παρέμβαση. Λίγο έξω από το χωριό συναντάμε το πέτρινο μονότοξο  γεφύρι της Γκούρας που χτίστηκε τον προηγούμενο αιώνα.

Τα πρώτα σπίτια αχνοφαίνονται και τα πρώτα νερά τρέχουν. Οδηγούμαστε στη πλατεία του χωριού με τον υπερ-γιγάντιο πλάτανο και την εκκλησία του Αη Γιώργη.

ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΔΥΜΟΥΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ

Υπάρχουν δυο διαδρομές για να φθάσει κάποιος στους καταρράκτες. Στη πρώτη διαδρομή ένα μέρος της πραγματοποιείται με το αυτοκίνητο και το υπόλοιπο συνεχίζει με τα πόδια σε πλακόστρωτο μονοπάτι. Για όσους έχουν περιορισμένο χρόνο είναι μια καλή επιλογή αφού η διαδρομή του μονοπατιού διαρκεί μόλις 20 λεπτά.

Η δεύτερη διαδρομή, είναι κι αυτή που επιλέξαμε να ακολουθήσουμε,  αφορά το παλιό μονοπάτι και διαρκεί περίπου 1 ώρα.

Ξεκινάμε από την πλατεία του χωριού και παίρνουμε τον ανηφορικό δρόμο αριστερά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.  Ακολουθούμε τη σήμανση και καταλήγουμε σε έναν στενό τσιμεντένιο δρόμο αφήνοντας πίσω και τα τελευταία σπίτια του χωριού. Με την καθοδήγηση της πινακίδας μπαίνουμε στο μονοπάτι που βρίσκεται αριστερά μας και περπατάμε παράλληλα με το αρδευτικό αυλάκι. Απολαμβάνουμε τη πυκνή βλάστηση προχωρώντας μέσα σε καρυδιές, κέδρους, ιτιές, πλατάνια, φτελιές και έλατα. Τα πνευμόνια μας φουσκώνουν με τ’ αρώματα της ορεινής φύσης. Το νερό τρέχει άφθονο άλλοτε βιαστικά και άλλοτε ήρεμα. Είναι ο τρίτος συνοδοιπόρος που με το κελαρυστό τραγούδι του μας συντροφεύει σε όλη τη διαδρομή. Το μονοπάτι ένα μωσαϊκό από χώμα και πέτρα ελίσσεται ομαλά και ξετυλίγει την πολύπλευρη ομορφιά του τόπου. Καθώς προχωράμε ένα πέτρινο παράθυρο αναδύεται στα αριστερά μας και είναι η αιχμηρή κορυφογραμμή του Κρυάκουρα, το φυσικό σύνορο που χωρίζει τη Θεσσαλία από την Ήπειρο.

Μετά από 30λεπτά περπάτημα και με όλες τις απαραίτητες στάσεις για φωτογραφίες συναντάμε τον αγροτικό δρόμο. Τον διασχίζουμε κάθετα και ξαναμπαίνουμε στο μονοπάτι, το οποίο από ένα σημείο και μετά γίνεται λιθόστρωτο και το τοπίο μετατρέπεται σε αλπικό. Βαδίζουμε σε ελατοδάσος και στ’ αυτιά μας αντηχεί το μουγκρητό της Άσπρης Γκούρας.

Διασχίζουμε τη ξύλινη γέφυρα που έρχεται να προσθέσει μια ακόμη γραφική πινελιά στο όλο σκηνικό και μετά από 10λεπτά περίπου αντικρίζουμε τις δύο υδάτινες κουρτίνες, τους δίδυμους καταρράκτες της Σούδας. Τα νερά που κατεβαίνουν από τις κορυφές της Πίνδου, χωρίζονται στα δύο σχηματίζοντας τους δίδυμους καταρράκτες που πέφτουν από ύψος 25μέτρων για να συναντήσουν το ρέμα της Άσπρης Γκούρας. Το νερό σκάει εκκωφαντικά στα βράχια σκορπίζοντας χιλιάδες σταγόνες ολόγυρα, δημιουργώντας χιλιάδες μαγικές στιγμές.

Αν βρεθείς κοντά θα νιώσεις το άγγιγμα τους και θα κλέψεις λίγο από τη μαγεία τους. Θα αισθανθείς τη δύναμη τους και θα γίνεις κομμάτι της ιστορίας τους και του ταξιδιού τους.

Μπορεί να μην είναι οι μεγαλύτεροι καταρράκτες των Τζουμέρκων, αλλά είναι εξίσου εντυπωσιακοί και συναρπαστικοί. Αξίζει να κάνεις τη διαδρομή του παλιού μονοπατιού για να νιώσεις όλο το μεγαλείο που κρύβεται στους ορεινούς αυτούς γίγαντες που ονομάζονται Αθαμανικά Όρη.

 

 

 

 

 

 

 

 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση