Αν έχεις μεγαλώσει στην επαρχία ίσως ταυτιστείς με αυτό το post, και ίσως ζωντανέψουν εικόνες της παιδικής σου αθωότητας.

Σάββατο του Λαζάρου και  απ’ τα χείλη μου αυθόρμητα βγαίνει μια παλιά γνώριμη μελωδία, << Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια…>>  και το καλαθάκι της καρδιάς μου γεμίζει με αρώματα και γεύσεις , εικόνες και μνήμες . Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα το σεντούκι των αναμνήσεων ανοίγει και αναβιώνει στη ψυχή μου το έθιμο της Λαζαρίνας. Σύμφωνα με το έθιμο, τα κορίτσια πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι με τα ανθοστολισμένα καλαθάκια τους και τραγουδούν τα κάλαντα του Λαζάρου. Στο τέλος εισπράττουν, κεράσματα, αβγά και φιλοδωρήματα, τα οποία τοποθετούν στα καλάθια τους.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι.

Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,
γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.

Υπήρξα κι εγώ Λαζαρίνα , και σήμερα θα σε ταξιδέψω στη πιο γλυκιά μου ανάμνηση. Κλείνω τα μάτια. Αυτό που αισθάνομαι περισσότερο από εκείνη την εποχή, είναι το έντονο ευωδιαστό άρωμα της πασχαλιάς. Η θύμηση της όσφρησης. Ριζωμένη και φουντωτή εκεί στην άκρη του συρμάτινου φράχτη της γειτόνισσας σκορπάει χρόνια τώρα την μοσχοβολιά της. Τα πλούσια κλωνάρια της με τα λιλά άνθη της, στολίζουν το καλαθάκι μου αλλά και τα βάζα όλης της γειτονιάς.

Παραμονή, λοιπόν του Λαζάρου, ξεκινούσε από νωρίς η προετοιμασία της αυριανής ημέρας. Με το που γυρνούσα από το σχολείο, πετούσα τη τσάντα και ευθύς ξεχυνόμουν στους αγρούς και στα χωράφια για να μαζέψω ότι αγριολούλουδο υπήρχε. Η όλη ιστορία έμοιαζε με το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Βασικά, ήταν ένα κυνήγι, λουλουδιών, για την εύρεση των πιο όμορφων και  σπάνιων που θα ντύσουν το καλαθάκι μου. Στη πραγματικότητα, υπήρχε ένα πνεύμα αόρατου και αθώου ανταγωνισμού για το πιο εντυπωσιακό καλάθι, που ενισχύονταν από τα σχόλια και το θαυμασμό των μεγάλων. Αν τα πράγματα δυσκόλευαν στους αγρούς, στρεφόμουν προς τις λουλουδιασμένες αυλές. Πρώτα έπεφτε παρακολούθηση, δειλά-δειλά πλησίασμα, μετά σφηνωμένα χέρια μέσα από τα κάγκελα, τέντωμα κορμιού σαν λάστιχο για πιάσω τον ανυποψίαστο ανθό. Οι γυναίκες φυλούσαν καραούλι για να προστατέψουν τους κήπους τους. Οι περισσότερες , όμως τα έκοβαν και τα πρόσφεραν απλόχερα, λες και τα φρόντιζαν και τα μεγάλωναν γι αυτό το σκοπό. Για τις μικρές Λαζαρίνες. Υπήρχε μια χαρά στα πρόσωπα όλων, σαν γιορτή. Χαρούμενα γέλια, παιδικές φωνές. Μια προσμονή. Της άνοιξης και της Ανάστασης.  Ανά διαστήματα επέστρεφα σπίτι, έδινα τα λουλούδια στη μαμά καμαρώνοντας και αναζητώντας στο βλέμμα της, τον ενθουσιασμό για τα πολύχρωμα  μπουκέτα μου. Εκείνη τα έβαζε στο νερό για να διατηρήσουν τη φρεσκάδα τους και  με εμψύχωνε να συνεχίσω. Και πάλι από την αρχή ο αγώνας μου. Κι αν τύχαινε στο δρόμο να συναντήσω καμία εν δυνάμει Λαζαρίνα το έπαιζα τάχα μαραμένη και απογοητευμένη και δεν φανέρωνα τους μικρούς θησαυρούς, μην τυχόν και ανακαλύψει τη ‘μυστική αυλή’.

Έτσι προχωρούσε η μέρα μέχρι το σούρουπο. Νωρίς το βραδάκι, ξεκινούσε ο στολισμός. Ιεροτελεστία κανονική. Κλωστή και ψαλίδι , τα άνθη απλωμένα καταγής  μέχρι να βρουν τη θέση τους γύρω από το καλάθι. Που και που έφευγα από το κρεβάτι και έριχνα κρυφές ματιές στο στολισμένο πια καλαθάκι. Άγχος μην τυχόν και μαραθεί. Σαν ξημέρωνε, στολιζόμουν κι εγώ με τη σειρά μου. Λουλούδια στα μαλλιά και τα καλά μου ανοιξιάτικα  ρούχα, την αγαπημένη μου λουλουδάτη φούστα και καλτσάκι λευκό με μπαρέτα. Σαν τώρα  το θυμάμαι. Πρώτα έλεγα τα κάλαντα στο σπίτι και έμπαινε το πρώτο αβγουλάκι στο καλάθι και μετά έτρεχα να βρω το ταίρι μου για να <πιάσουμε δουλειά>.  Ναι, ποτέ μόνη, συνήθως ανά δύο, πάντα. Πιανόμασταν  χέρι – χέρι για να μοιραζόμαστε την αγωνία. Ξέρεις, στα πρώτα κουδούνια υπήρχε ένα σφίξιμο στο στομάχι, κοκκίνισμα στα μάγουλα, κοιταζόμασταν και χαζογελούσαμε ντροπαλά και με μεγάλη δυσκολία έβγαιναν τα πρώτα λόγια. Μετά παίρναμε το κολάι. Η κασέτα έπαιζε και το καλάθι γέμιζε, με αβγά, γλυκίσματα και δραχμούλες. Τα φιλοδωρήματα ήταν αρκετά γενναιόδωρα και έβγαινε ένα δυνατό χαρτζιλίκι.  Άλλες εποχές τότε. Έτσι γυρνούσαμε ατελείωτες ώρες στους δρόμους, ανεβαίναμε σκάλες, ξεκλειδώναμε αυλόπορτες και περνούσαμε από κάθε σπίτι της γειτονιάς, για να ακουστεί το τραγουδάκι μας. Τα σπίτια άνοιγαν και μας υποδεχόντουσαν όλοι με χαρά και χαμόγελο. Μας αγκάλιαζαν με το βλέμμα και μας άκουγαν καρτερικά, κι ας τα είχαν ξανακούσει τα κάλαντα άλλες πέντε με έξι φορές. Να τα πείτε… Να τα πείτε.

Κι αν κάποια έθιμα τείνουν να ξεχαστούν, παραμένουν ζωντανά στις καρδιές μας.

Και του Χρόνου!!!!

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση